//
you're reading...
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στο μυαλό του Σταμάτη Φασουλή

Ο Σταμάτης Φασουλής, γνήσιο τέκνο της πόλης, μάς υποδέχτηκε στο σπίτι του στα βόρεια προάστια λίγο καιρό πριν μας καλωσορίσει στο αστραφτερό καμπαρέ του «La Cage Aux Folles» που έστησε στη Σκηνή του Παλλάς . Μας μίλησε για τον τελευταίο του ρόλο και τις δυσκολίες προσέγγισης, το θέατρο, την Αθήνα, την ελληνική κοινωνία, την «σχιζοφρένεια» που την διακατέχει αλλά και για την… Κυψέλη που εμείς οι νεότεροι δεν θα γνωρίσουμε ποτέ!

ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΕΛΛΕΣ_0696 copy

Ο ΑΝΑΠΑΥΟΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΣΥΝΑΝΤΑΕΙ, ΩΣ ΜΑΝΤΑΜ ΖΑΖΑ, ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΤΟΥ ΠΑΛΛΑΣ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΖΟΝ!


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΟΙΝΙΤΣΗ

Mε ποια κριτήρια κάθε φορά επιλέγετε το έργο που θα ανεβάσετε;
Δεν έχω άλλα κριτήρια πέρα από το ένστικτο και το τι θέλω να κάνω τη δεδομένη στιγμή. Δεν κάθομαι να καταστρώσω ρεπερτόρια! Απλώς, όπως σε όλους τους ανθρώπους όταν αφήνεσαι σου έρχονται κάποιες εικόνες ή ένα γεγονός για να σου ξαναθυμίσει έργα που έχεις διαβάσει. Από την άλλη γνωρίζεις έναν καινούργιο συγγραφέα και τρελαίνεσαι με το πως γράφει. Δεν είμαι και κανένας κρατικός οργανισμός για να έχω ρεπερτόριο. Το πρόγραμμα τελικά γίνεται από μόνο του… (γέλια) Ήδη έχω προγραμματίσει για 2-3 χρόνια αλλά πολλές φορές τα αλλάζω αυτά τα σχέδια. Τα κάνω πιο πολύ για να έχω ήσυχη τη συνείδησή μου. Για να ξέρω τι θα κάνω μετά. Είναι τόσα πολλά που θέλω να κάνω στο θέατρο που φεύγει ο χρόνος και δεν προλαβαίνω.
Στην προκειμένη περίπτωση πως έγινε η επιλογή;
Συνήθως διαλέγω εγώ αλλά αυτή τη φορά μου το πρότεινε η Αρχοντούλα Παπαπαναγιώτου της Ελληνικής Θεαμάτων. Ήταν μια πρόκληση για μένα. Έχω το έργο κάπως αλλιώς στο κεφάλι μου. Επειδή είμαι δειλός με τα πράγματα που θέλω όλο το ανέβαλα. Μόνο όταν μου το ξαναθύμισαν είπα ότι ναι τώρα μπορεί να είναι η ώρα του. Ξέρεις, κάθε έργο θέλει την ώρα του! Ο χρόνος που παίζεις ένα έργο έχει μεγάλη σημασία. Όταν έπαιξα “Το Φυντανάκι” του Παντελή Χορν το ’95-’96, που ήταν ένα έργο του 1921, όλοι μου λέγανε “Μα βρε Σταμάτη, είσαι τρελός;!” Εγώ νόμιζα πως ήταν η ώρα του εκείνη τη στιγμή• τώρα βέβαια δεν θα το κάνα. Όπως επίσης όταν έκανα το 2000 το “Εξ επαφής” του Μάρμπερ νόμιζα ότι ήταν η στιγμή του. Καλά τώρα δεν θα το κάνα και λόγω ηλικίας. Πέρασαν τα χρόνια…. Αυτό με τη “στιγμή” το έλεγε ο Μίνως Βολανάκης και δεν το καταλάβαινα τότε. Με τα χρόνια πήρα είδηση τι εννοούσε. Είναι η στιγμή που το έργο ξαναγεννιέται. Όταν το ’84 δεν έπαιζε κανείς φάρσα, ο Βολανάκης σκέφτηκε να κάνει Φεντό με Καλογεροπούλου-Παράβα-Αρβανίτη κι έσκισε. Μετά τον ακολούθησαν όλοι ανεβάζοντας φάρσα για τέσσερα χρόνια ώσπου ξέφτισε το θέμα. Επειδή το θέατρο ακολουθεί μόδες από κάποια στιγμή κι έπειτα μπουχτίζει και θέλει να ανανεωθεί.
Η δεδομένη “στιγμή” με την οικονομική κρίση είναι η κατάλληλη για “Το κλουβί με τις τρελές”; Σας τρομάζει αυτή η κατάσταση που δημιουργείται;
Με τρομάζει όπως όλους τους Έλληνες αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε τις δουλειές. Ίσα-ίσα πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα. Διάβασα από έναν αμερικανό οικονομολόγο –δυστυχώς Αμερικάνο, αλλά πρέπει να το πω- κάτι καταπληκτικό: “Το πρώτο πράγμα που πρέπει να πολεμήσεις στην κρίση είναι να μην ακούς τα ΜΜΕ γιατί σου ρίχνουν τόσο το ηθικό που δεν έχεις καμία διάθεση να δουλέψεις ενώ αυτό που χρειάζεται τώρα είναι δουλειά και βλέμμα μπροστά”.
Το έργο του Jean Poiret πραγματεύεται το θέμα της ομοφυλοφιλίας…
Όχι ακριβώς, το θέμα της αγάπης θα έλεγα. Απλώς την βάζει στο δοκιμαστικό σωλήνα ενός πολύ επικίνδυνου πράγματος. Ουσιαστικά είναι το ίδιο θέμα με τον “Κύκλο με την κιμωλία “ του Μπρεχτ. Αυτός που αγαπάει πραγματικά το «παιδί» εδώ είναι ένας γκέι.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα πιστεύετε ότι η ελληνική κοινωνία έχει κάνει ουσιαστικά βήματα προόδου προς την αποδοχή μιας διαφορετικής σεξουαλικής ταυτότητας;
Ακολουθεί τα σύγχρονα ρεύματα αλλά μόνο στο περίβλημα. Όχι στην ουσία. Θα πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε αυτής της κοινωνίας ότι στο μικρόκοσμο της παρέας έχει αποδεχτεί τον ομοφυλόφιλο όσο καμιά άλλη. Όταν όμως θεσμικά θέλει να μιλήσει γι’ αυτό γίνεται πολύ συντηρητική. Δεν υπάρχει παρέα που να μην έχει απαραιτήτως ομοφυλόφιλο. Οι γυναίκες δεν κάνουν χωρίς έναν ομοφυλόφιλο άντρα δίπλα τους!
Πως το εξηγείτε εσείς αυτό;
Δεν ξέρω είναι ένα μυστήριο της φύσης! (γέλια) Πολλοί άντρες μάλιστα γίνονται έξαλλοι διότι για να γίνουν εραστές αυτής της γυναίκας θα πρέπει να περάσουν από την έγκριση του γκέι φίλου της. Στην παρέα ένας ομοφυλόφιλος θα πει που θα πάνε θέατρο, σινεμά, τι θα φορέσουν… Τον εκτιμούν πάρα πολύ! Όταν έρθει η ώρα να μιλήσουν σαν θεσμός ή κοινωνικό φαινόμενο παίρνουν μια απόσταση και γίνονται λίγο βαρβατέξ! Αυτό, όμως είναι ίδιον της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ έχει λύσει πάρα πολλά προβλήματα μέσα στο στενό κύκλο της φιλίας και είναι πάρα πολύ απελευθερωμένη όταν είναι να μιλήσει για τους άλλους είναι από τις πιο συντηρητικές του κόσμου.
Διπρόσωπη στάση;
Γιατί δεν το λες σχιζοφρενής; (γέλια) «Διπρόσωπος» είμαι από υπολογισμό. Εδώ είναι εν αγνοία μου σχεδόν! Εν αγνοία μου αγαπώ και στηλιτεύω την ίδια στιγμή.
Ας ξαναγυρίσουμε στο έργο, πως το αντιμετωπίσατε σκηνικά; Όλοι λίγο πολύ έχουμε εικόνες από την ταινία.
Ναι, το μιούζικαλ όμως είναι λίγο διαφορετικό γιατί μεταφέρετε και μέσα στο καμπαρέ. Δηλαδή βλέπουμε και μια πτυχή του πρωταγωνιστή επί σκηνής, τι τον κάνει να θέλει να ντύνεται γυναίκα. Αυτό είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο, το οποίο στο θεατρικό έργο δεν υπάρχει.
Σας δυσκόλεψε αυτή η μεταμφίεση, η παρενδυτική συμπεριφορά του ρόλου;
Περισσότερο από όλα! Έχω κάνει χιλιάδες πράγματα στη ζωή μου, δεν έχω φορέσει όμως ποτέ γυναικείο ρούχο. Από βαθύτερο φόβο; Μου φαινόταν σαν μασκαράτα; Κάτι με χάλαγε στο σώμα μου; Θυμάμαι το ’76 στο Ελεύθερο Θέατρο, είχα ένα νούμερο που έπρεπε να ντυθώ γυναίκα και το έκοψα στη γενική δοκιμή. Δεν μπορούσα. Τώρα, όμως βάζω επάνω μου αυτή την “ένδυση” και καταλαβαίνω πολύ καλά τι τον θέλγει. Έχω την εντύπωση με τα λίγα που μπορώ να μυριστώ από το πλησίασμα του ρόλου αλλά και από αυτά που ξέρω από γνωστούς και φίλους ότι τον ενδιαφέρει τον ήρωα περισσότερο και από την ίδια τη συνεύρεση, η ένωσή του με ένα γυναικείο κοστούμι. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο πολύ το μετά αλλά το να τους δει ένας άντρας σαν γυναίκα. Επενδύουν πιο πολύ στην εικόνα. Αυτό είναι και επιθετικό. Αφού την εικόνα θέλεις, φάτηνε• η ουσία δεν σε αφορά. Είναι λάτρεις του φαίνεσθαι κι όχι του είναι. Κάτι που συμβαίνει και με μια ολόκληρη κοινωνία, βέβαια. Όλη αυτή η εικόνα γίνεται για τη «Μαντάμ Ζαζά» εμπόδιο. Ένα ταρακούνημα, μια φυλακή που τον απομακρύνει από το παιδί που αγάπησε και ανάθρεψε, το παιδί του συντρόφου του. Αν και το παιδί έχει μεγαλώσει μέσα στους τραβεστί βγαίνει καραστρέιτ του κερατά, έχει πηδήξει όλο το Σαν Τροπέ. Συμβαίνει κι εδώ το ίδιο, η αγωνία να κρύψουμε την «αδερφή» προς τα έξω ενώ όταν είναι «μέσα», «εντός» όλα είναι καλά. Αυτό είναι πολύ επίκαιρο πάντως και το έχω φωτίσει ιδιαίτερα. Δεν με ενδιαφέρει να το κάνω καρικατούρα. Όχι, όχι! Εγώ θέλω να γίνει μια μεγάλη, λαγαρή κωμωδία να γελάει όλος ο κόσμος με πράγματα που αναγνωρίζει και όχι που κοροϊδεύει. Μεγάλη διαφορά! Και να υπάρχει που και που μια ευαίσθητη νότα γιατί χωρίς αυτή κάτι γίνεται φτηνό και αδιάφορο.
Είστε τελικά ηθοποιός που αυτό-σκηνοθετείτε ή σκηνοθέτης που παίζει;
Έλα ντε! Πες μου εσύ γιατί δεν έχω καταλάβει… (γέλια) Έχω ξεχάσει και είναι από τα ερωτήματα που δεν έχω θέσει ποτέ στον εαυτό μου. Εγώ από μικρός πίστευα ότι ανήκω στο θέατρο. Έκανα τα πάντα: σκηνοθεσίες, μεταφράσεις, σκηνικά, κοστούμια. Δεν ξέρω τι κάνω, κάνω θέατρο, αυτό.
Συμμερίζεστε την άποψη “πολλά ταλέντα ίσον κανένα ταλέντο”;
Μπορεί να είναι κι έτσι. Μπορεί να μην έχω και κανένα. Δεν ξέρω, δεν είναι από τα πράγματα που μ’ έχουν απασχολήσει. Αν κάτσω να το σκεφτώ θα φύγω από το θέατρο οπότε κάτσε να κάνω θέατρο και άστο! (γέλια)
Μένατε πάντα στα Βριλήσσια;
Όχι, εδώ ήρθα το ’92.
Η σχέση σας με την Αθήνα;
Τη λατρεύω ή μάλλον τη λάτρευα! Σιγά-σιγά άρχισε να αλλάζει πολύ και να γίνεται επιθετική. Άρχισε να χάνει το πρόσωπο της και δεν εννοώ τα κτήρια, το «άστυ», εννοώ τους ανθρώπους. Άλλαξε η συμπεριφορά τους. Οι παρέες κλείστηκαν στα σπίτια. Αν είναι να κλειστώ στο σπίτι και να μη γυρνάω στους δρόμους –γιατί η Αθήνα παλιά ήταν το σπίτι μου!- ε, τότε να κλειστώ σε ένα σπίτι που να έχει τουλάχιστον καθαρό αέρα.
Σε ποια γειτονιά μεγαλώσατε;
Σε δύο. Στην Κυψέλη όταν ήταν στην άνθηση της, στη δεκαετία του ’60. Πήγαινα σχολείο, ήταν ένα πράγμα ονειρεμένο. Λουλούδια, κήποι… Αυτή η Φωκίωνος Νέγρη ήταν ένα όνειρο! Όλη η Σπετσών με νεοκλασικά κτήρια και μπροστά κήπους. Μέχρι το ’70-’72. Δηλαδή την άνοιξη την καταλάβαινες. Έβγαινες έξω και μύριζε το γιασεμί, κανονικά. Και με όλη αυτή τη ροκιά της εποχής που υποτίθεται ότι θα ελευθερωνόμασταν. Νομίζανε ότι όλος ο πλανήτης βαδίζει σε κάτι καλύτερο όπου είδες που κατέληξε… Η Κυψέλη των εφηβικών μου χρόνων ήταν ένα όνειρο, πράγματι. Έκανα και θέατρο εκεί, από τα 14. Ήμουν πανευτυχής! Ήταν γεμάτη σινεμά τότε η Αθήνα. Τα συνοικιακά ανοίγανε στις δύο και στο κέντρο από τις δέκα το πρωί. Εγώ στο Λύκειο δεν πατούσα στο σχολείο, ούτε καν απ’ έξω. Έπαιρνα τη τσάντα και πήγαινα σινεμά. Έβλεπα έργα από τις 10 μέχρι τις 2, την ώρα που υποτίθεται ότι σχολούσα. Πήγαινα σπίτι έτρωγα και ξανάφευγα για να δω τις υπόλοιπες ταινίες της εβδομάδας. Μετά έζησα στο Λυκαβηττό όπου μ’ άρεσε πάρα, μα πάρα πολύ. Είχα μονίμως το σπίτι μου ανοιχτό. Ερχόταν συνεχώς κόσμος. Ξυπνούσα στη μία το μεσημέρι κι ερχόντουσαν φίλοι για φαγητό μέχρι τις πέντε το πρωί. Έτρεχα συνεχώς μεταξύ Εξαρχείων, Κολωνακίου, Λυκαβηττού… Ωραία χρόνια!
Τα Εξάρχεια ήταν τότε μια ήσυχη γειτονιά;
Ήταν μια αλλιώτικη γειτονιά! Ελεύθερη χωρίς να το διεκδικεί. Και δεν ήταν και αστυνομοκρατούμενη. Αυτό είναι πολύ αγριευτικό, ξέρεις.
Τα γεγονότα του Δεκέμβρη συνιστούν κατά τη δική σας γνώμη “Εξέγερση”;
Μου φέρανε αμηχανία και αυτό νομίζω ότι είναι και το βαθύτερο νόημα. Ένα ταρακούνημα. Να μεγαλώσει λιγάκι το ερωτηματικό σου και να το δεις κατάφατσα. Ερωτηματικά μου γέννησε παρά μια άποψη για το θέμα. Χωρίς ερωτηματικά ο άνθρωπος είναι πεθαμένος. Εμείς κοντεύαμε να πεθάνουμε. Ήταν απαραίτητο αυτό το χαστούκι προς όλους. Δεν ξέρω τι θα μας φέρει αλλά μας έκανε να αναρωτηθούμε και να δούμε πως εμείς αντιδρούμε στη βία, στην τρομοκρατία, στην εφηβεία, στην παιδεία. Εμείς τι θέση παίρνουμε που δεν ανήκουμε σε αυτά αλλά που υποτίθεται τα ανεχόμαστε ή τα επιβραβεύουμε. Αυτό το ερωτηματικό άρχισε να γίνεται υπαρκτό ενώ πριν ήταν πεθαμένο. Αν δεν βρούμε την ευκαιρία να το ψιλοθάψουμε όπως έχουμε κάνει με τα πάντα, βέβαια. Τώρα λες «Βατοπέδι» και σε κοιτάζουν περίεργα, λες «Εφραίμ» και σου λένε «Καλά μωρέ χέστηκα, πάμε παρακάτω». Δηλαδή, αρχίδια μάντολες!

«ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΕΛΛΕΣ» Μιούζικαλ βασισμένο στο έργο του Jean Poiret, σε μουσική Jerry Herman. Με τον Σταμάτη Φασουλή και τον Γιάννη Μπέζο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής, σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς, κοστούμια: Ντέννη Βαχλιώτη, χορογραφίες-κίνηση: Δημήτρης Παπάζογλου, απόδοση στίχων: Αφροδίτη Μάνου, ενορχήστρωση τραγουδιών-διεύθυνση ορχήστρας: Αλέξιος Πρίφτης, φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος. ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΛΛΑΣ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΧΡΟΝΙΑ.

Advertisements

About Δημήτρης Φοινίτσης

Τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Κριτική θέατρου, συνεντεύξεις, θεατρικό ρεπορτάζ, παρουσιάσεις παραστάσεων σε εβδομαδιαία έντυπα από το 2002 και πέρα (ΕΤ-weekly / Ελεύθερος Τύπος, exodos / Ελευθεροτυπία, FAQ, Down Town, City κ.α.)

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: