//
you're reading...
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο Μιχάλης Κόκκορης προς ένα θέατρο «επικοινωνιακής καθαρότητας»

Ο κάτοχος του Α΄ Βραβείου στην κατηγορία «Νέοι Συγγραφείς» των «Κρατικών Βραβείων Θεατρικών Έργων 2005», μιλάει για τη σκηνική τύχη της ανατρεπτικής κωμωδίας «Γιατί η Μαντόνα κι όχι εγώ», η οποία πρωτοανέβηκε στο πρόγραμμα «1Χ4» για νέους συγγραφείς στο Κ.Θ.Β.Ε. (2008) και παρουσιάζεται τώρα σε δύο διαφορετικές διανομές σε Αθήνα και Βέροια.

athinon

O ΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΘΙΑΣΟΣ ΣΥΝΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΤΗ ΦΗΜΗ ΤΗΣ ΜΑΝΤΟΝΑ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ. Η ΒΕΡΟΙΑ ΕΠΕΤΑΙ!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΟΙΝΙΤΣΗ

Πώς και ασχολήθηκες με τη θεατρική γραφή;
Η αφορμή δόθηκε από μια ομάδα φίλων ηθοποιών που με παρότρυναν να γράψω, όταν ήταν στη φάση αναζήτησης κωμωδίας. Η σκέψη και η επιθυμία ασφαλώς και προϋπήρχαν, απλώς ποτέ δεν είχα αποτολμήσει μια ολοκληρωμένη προσπάθεια.
Τι το ιδιαίτερο απαιτεί η διαδικασία του να γράφεις για τη σκηνή; Τι πρέπει να λαβαίνεις υπόψη σου, κάθε φορά;
Είναι μια σχεδόν μαγική διαδικασία που δεν έχω θελήσει ακόμα να τη βάλω στο μικροσκόπιο, για να μη χάσει το μυστήριό της. Εγώ θα έλεγα ότι δρω κάπως απ’ τη μεριά του θεατή: γράφω τις ιστορίες που ως θεατής θα ήθελα να δω. Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά είναι σαν να βλέπω το έργο παιγμένο, όχι σαν να το επινοώ.
Τι σε εμπνέει από την καθημερινότητα ώστε να σε ωθεί στη θεατρική της μεταποίηση;
Μου αρέσει να γράφω με τρόπο ίσως κάπως τραβηγμένο και υπερβολικό για πράγματα κατά τ’ άλλα σύγχρονα και καθημερινά. Με ενδιαφέρουν τα σύμβολα της κουλτούρας μας, οι νέες μυθολογίες στις οποίες στηριζόμαστε. Ως ένα τέτοιο σύμβολο χρησιμοποιώ και τη Μαντόνα, ως συνώνυμο της δόξας και της επιτυχίας. Πίσω από την απεγνωσμένη και σε πολλές περιπτώσεις αστεία προσπάθεια της ηρωίδας να γίνει διάσημη, νομίζω ότι κρύβεται κάτι κοινό σε όλους μας. Η ανάγκη μας να πετύχουμε, να διακριθούμε, να καταξιωθούμε. Αυτό που κάνει την ιστορία να φαίνεται τόσο εξωπραγματική δεν είναι μόνο η προσωπικότητα των ηρώων, αλλά και τα πρότυπα τα οποία θέλουν να μιμηθούν, που είναι από μόνα τους απάνθρωπα και ωθούν στην υπερβολή. Κι όλα αυτά δοσμένα πάντα με μία ποπ αισθητική και διάθεση!
Μετά το Κ.Θ.Β.Ε., το πρώτο σου έργο ανεβαίνει σε Αθήνα και Βέροια, σε μια μεγάλη θεατρική πιάτσα της πρωτεύουσας και σε ένα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ., αντίστοιχα. Αυτή η απόκλιση τι μαρτυράει; Είναι ένα έργο που προσαρμόζεται ανάλογα με τα δεδομένα;
Και άμα προσθέσουμε και τη μεγάλη απήχηση που είχε πέρσι στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ Θεάτρου στη Ρουμανία, μάλλον ναι, έχει μια υπερ-τοπική προσαρμοστικότητα και ευελιξία! Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτή η απόκλιση κατά βάθος μαρτυράει τη σύγκλιση σε επίπεδο πολιτισμικό και αξιακό που χαρακτηρίζει την εποχή μας συνολικά, δηλαδή τη σαρωτική επίδραση της μαζικής κουλτούρας που ακριβώς εξετάζει το έργο. Μπορεί η ανθρωπογεωγραφία κάθε περιοχής σίγουρα να διαφέρει ως προς διάφορες παραμέτρους, αλλά η μαζική επικοινωνία έχει επιφέρει πλέον κάποιες κοινές συνισταμένες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη. Στο υπόστρωμα του έργου βρίσκονται αυτά τα διλήμματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα, ανεξαρτήτως που ζουν, αφού κακά τα ψέματα είμαστε όλοι εμβαπτισμένοι στην ίδια κουλτούρα. Υπάρχει κανείς που να μην ξέρει τη Μαντόνα; Κι αυτό δεν είναι ένα σκέτο πληροφοριακό δεδομένο, είναι ένα πανίσχυρο σύμβολο, που πυροδοτεί φαντασιώσεις, προσδοκίες, απωθημένα, κατευθύνσεις και επιλογές ζωής.
Αλήθεια, τι είναι αυτό που κάνει το έργο σου να βρίσκει ξανά και ξανά το δρόμο της σκηνικής πραγμάτωσης; Το έχεις σκεφτεί;
Η δική μου πρόθεση ήταν να μιλήσω με αφοπλιστικά και απολαυστικά άμεση γλώσσα για τον τρόπο που βιώνουμε την επίδραση των media στη ζωή μας. Ήθελα μέσα από την υπερβολή, την τρέλα, την παραδοξότητα, να πηγάζει κάτι που να είναι παρόλα αυτά αυτομάτως αναγνωρίσιμο από όλους μας: η εποχή μας και οι αξίες της σε πλήρη αποσύνθεση. Πέρσι στη Θεσσαλονίκη είδα με μεγάλη μου χαρά το κοινό να περνάει πολύ καλά και να επικοινωνεί με το έργο – από μαθητές μέχρι ηλικιωμένους. Οπότε φαίνεται ότι υπάρχει κάτι γαργαλιστικό που διεγείρει τον κόσμο, και δικαιολογεί το ενδιαφέρον των σκηνοθετών να ασχοληθούν μαζί του. Ίσως λοιπόν να οφείλεται απλά στο ότι επέλεξα να μιλήσω για θέματα που θεωρώ σοβαρά με μια ακομπλεξάριστη ελαφρότητα, κάτι που μεγάλη μερίδα του σύγχρονου θεάτρου έχει ποινικοποιήσει σαν κακουργηματική ένδειξη ρηχότητας. Νομίζω ότι πραγματικά μας λείπουν έργα που να μπορούν να διανύσουν την απόσταση από τη σκηνή μέχρι τα καθίσματα, χωρίς να χάνονται κάπου εκεί ανάμεσα. Από την άλλη, νομίζω ότι το κοινό, όσο κι αν λέμε ότι θέλει κάτι ανάλαφρο και να μην προβληματιστεί κι όλα αυτά τα κλισέ, σαφώς και αναζητά το περιεχόμενο σε μια κωμωδία, γιατί είναι πολύ πιο εκπαιδευμένο σήμερα και κρίνει αυστηρά έργα που δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν πέρα από ξέφρενο χαβαλέ. Και το διαπίστωσα έμπρακτα αυτό, όταν είδα ατάκες και νοήματα που ανησυχούσα αν θα έπρεπε να έχουν θέση μέσα στο έργο, να «περνούν» άνετα στο κοινό. Που σημαίνει ότι το κοινό διαθέτει τις προσλαμβάνουσες να δεχτεί πολλά περισσότερα απ’ όσα κάποιοι του αναγνωρίζουν τη δυνατότητα να δεχτεί, αρκεί να θεμελιώσεις έναν κοινό κι ευανάγνωστο κώδικα επικοινωνίας μαζί του.
Θυμάσαι πως αντέδρασες όταν έμαθες ότι κέρδισες με αυτό το έργο το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό του Υπουργείο Πολιτισμού;
Αν και ήμουν πολύ αισιόδοξος για την τύχη του έργου, ήταν θυμάμαι μεγάλη έκπληξη. Τον αντίκτυπο αυτής της βράβευσης δεν τον έχω καλά-καλά συνειδητοποιήσει ακόμα και τώρα, που βλέπω το έργο να παίρνει ξανά σάρκα και οστά!
Έχεις διακριθεί σε ανάλογους διαγωνισμούς στο παρελθόν;
Ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι τόσο θαρραλέο.
Ξαφνιάστηκες που μια καθ’ όλα πολιτικά ορθόδοξη επιτροπή ξεχώρισε και τίμησε ένα μάλλον… ανορθόδοξο έργο, σαν το δικό σου;
Η αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκα, ευχάριστα βέβαια, γιατί είχα τους ενδοιασμούς μου για το κατά πόσο το έργο αυτό ταίριαζε σε έναν φορέα όπως είναι το Υπουργείο Πολιτισμού. Μάλιστα, στην αρχή σκεπτόμουν να συμμετάσχω με κάτι τελείως διαφορετικό. Το έργο όμως αυτό το αγαπούσα πάρα πολύ και είπα να εμπιστευτώ το αισθητήριο μου και να το στείλω στο διαγωνισμό. Και να που η επιτροπή έδειξε να μη φοβάται καθόλου τη «Mαντόνα»!
Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς και κατά πόσο έχουν επηρεάσει τη γραφή και τη σκέψη σου στο θέατρο;
Παθαίνω με τον Μπέκετ. Βρίσκω ασύλληπτη την ικανότητά του να συμπυκνώνει όλα όσα απασχολούν τον άνθρωπο σε τόσο απλές, εκ πρώτης όψεως, φράσεις. Δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας, όμως. Σας διαβεβαιώνω ότι δεν έχει επηρεάσει στο ελάχιστο τη γραφή μου.
Ποιους νεοέλληνες θεατρικούς συγγραφείς εκτιμάς και γιατί;
Δεν διακινδυνεύω καμία κρίση γιατί δυστυχώς έχω πολύ αποσπασματική εικόνα του χώρου.
Εξακολουθείς να γράφεις; Κι αν ναι τα επόμενα από τη «Μαντόνα» έργα σου τι τύχη είχαν;
Η βράβευση και η θετική αποδοχή αυτού του έργου μού έδωσαν μεγάλη ώθηση να αναπτύξω περισσότερο το ύφος και τη θεματολογία μου. Για το επόμενό μου έργο, που είναι μια αιχμηρή πολιτικά κωμωδία, υπάρχουν ήδη εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προτάσεις, αλλά για την ώρα προτιμώ να συστηθώ στο κοινό μέσα από το «Γιατί η Μαντόνα», που σαν πρώτο μου έργο το αγαπώ πολύ, αλλά και θεωρώ ότι αντιπροσωπεύει απόλυτα την αισθητική μου προς ένα θέατρο επικοινωνιακής καθαρότητας, μακριά από σοβαροφάνειες, ψευτομοντερνιές και αυτιστικούς συμβολισμούς. Οπότε για φέτος θα αρκεστώ να το απολαύσω στις δύο σκηνικές εκδοχές του κι εύχομαι το ίδιο να το απολαύσουν και οι θεατές!
Και κάτι τελευταίο, όταν δεν γράφεις θεατρικά έργα με τι ασχολείσαι;
Με κάτι που μ’ εφοδιάζει με πολύ υλικό κι ερεθίσματα για το γράψιμο: την ψυχολογία.

ΓΙΑΤΙ Η ΜΑΝΤΟΝΑ ΚΙ ΟΧΙ ΕΓΩ του Μιχάλη Κόκκορη σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη με τους Μαρία Λεκάκη, Νίκο Καρδώνη, Ιωσήφ Πολυζωίδη από τις 10 Νοεμβρίου στη Β΄ Σκηνή του Θεάτρου Αθηνών και από τις 21 Νοεμβρίου στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Καλατζόπουλου.

Advertisements

About Δημήτρης Φοινίτσης

Τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Κριτική θέατρου, συνεντεύξεις, θεατρικό ρεπορτάζ, παρουσιάσεις παραστάσεων σε εβδομαδιαία έντυπα από το 2002 και πέρα (ΕΤ-weekly / Ελεύθερος Τύπος, exodos / Ελευθεροτυπία, FAQ, Down Town, City κ.α.)

Συζήτηση

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: