Η Νίνα Ράπη απαντά στο ερωτηματολόγιο του theatergoer

Ποια παράσταση παρακολουθήσατε τελευταία; Με ποια κριτήρια την επιλέξατε;
Είδα την Επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα του Πομερά στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία του Μαστοράκη. Το διάλεξα για τη θεματική του (η προβληματική των ερωτικών σχέσεων) και επειδή με ενδιέφερε η δομή του που μου θύμιζε κάπως τη δική μου δομή στο Splinters, που παίζεται τώρα, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Μιχαήλ. Επίσης, ο συνδυασμός των τριών παραγόντων: συγγραφέας, σκηνοθέτης, χώρος υποσχόταν κάτι ενδιαφέρον…

Πώς σχολιάζετε την υπερπληθώρα θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα;
Προσωπικά μου αρέσει αυτή η έκρηξη ενέργειας. Πολλά άτομα στο χώρο κατακρίνουν το γεγονός. Και σίγουρα έχουν μπερδευτεί πολύ τα όρια μεταξύ ερασιτεχνικού και επαγγελματικού θεάτρου. Είναι ένα θέμα αυτό. Αλλά πως μπορείς να πεις στον άλλο: μην εκφράζεσαι στον τομέα μου. Δεν γίνεται. Προφανώς υπάρχει μια έντονη επιθυμία σε πολύ κόσμο να παίξει θέατρο. Ας παίξει!

Παρακολουθείτε θέατρο στο εξωτερικό, σε ξένες γλώσσες;
Φυσικά και αναπόφευκτα όσο ζούσα στο Λονδίνο. Και τώρα όποτε ξαναπάω, βλέπω θέατρο εκεί. Παρακολουθώ βέβαια και εξ αποστάσεως, ιντερνετικά, το τι συμβαίνει.

Τι, κατά τη γνώμη σας, χαρακτηρίζει τους εγχώριους καλλιτέχνες του θεάτρου στη δουλειά τους;
Βρίσκω μια ευρηματικότητα στον ελληνικό θεατρικό χώρο, κυρίως τον εναλλακτικό, μια έξαρση ενέργειας που δεν έβρισκα στο Λονδίνο. Επίσης, παραστασιακά, ο θεατρικός κόσμος εδώ είναι πιο τολμηρός. Έχει περισσότερη φαντασία και μεγαλύτερη αίσθηση του πειραματισμού. Επίσης, υπάρχει μια επαγγελματικότητα και σοβαρότητα στους θεατρολόγους/δραματουργούς. Έχουν μια αίσθηση υπευθυνότητας για το ρόλο τους -να λειτουργήσουν σαν γέφυρες μεταξύ συγγραφέων, σκηνοθετών και θεάτρων. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και απαραίτητο. Υπήρξα πολύ τυχερή που πρόσφατα συνεργάστηκα με τη θεατρολόγο Αμαλία Κοντογιάννη, η διεισδυτικά συμβουλευτική συμμετοχή της οποίας στο Splinters υπήρξε καθοριστική. Είναι ωραίο να βλέπεις δραματουργούς εν δράσει -να βοηθούν σκηνοθέτη και ηθοποιούς να ερμηνεύσουν εύστοχα το κείμενο επί σκηνής. Αυτά είναι τα θετικά. Τα αρνητικά είναι μια κάποια προχειρότητα που βλέπω, κάτι συρραφές κειμένων, κάτι σκηνικές συνθέσεις, κάτι διασκευές που ξεκάθαρα έγιναν χωρίς σκέψη, χωρίς δομή, χωρίς αίσθηση ευθύνης. Σαν να μην αναγνωρίζεται ότι το κάθε ένα από αυτά είναι μια τέχνη που απαιτεί παιδεία. Επίσης, ένα μιμητισμό εξωγενούς αισθητικής/μεθόδου χωρίς αφομοίωση και μετάλλαξη, οπότε βγαίνει κάτι ψεύτικο και ανιαρό. Καθώς και μια δουλοπρεπή μανία με κείμενα που δεν είναι ελληνικά. Αυτό είναι κάτι σαν φετίχ. Τα αγγλικά, ισπανικά, γαλλικά, γερμανικά έργα, όσο μέτρια και να είναι, θεωρούνται πάντα καλύτερα των ελληνικών. Τους αποδίδεται, λοιπόν, μια δυσανάλογη αξία από τα άτομα που τα ανεβάζουν ή τα προωθούν εμμονικά σαν να παίρνουν οι ίδιοι αξία από αυτά. Και έτσι υποτιμούν τη δική τους υπόσταση. Αδημονώ για τη μέρα που οι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα αποκτήσουν μια ήρεμη αυτοπεποίθηση για την εθνικότητα τους.

Με μια λέξη πώς θα χαρακτηρίζατε τη σύγχρονη θεατρική σκηνή της χώρας μας;
Τολμηρή.

Ποια η άποψή σας για την κριτική θεάτρου; Τη λαμβάνετε υπ’ όψιν σας όταν σας αφορά ή όχι;
Πιστεύω ότι ιδανικά εξυπηρετεί ένα πολύ χρήσιμο ρόλο: όταν η κριτική είναι εποικοδομητική, όταν έχει στόχο να βοηθήσει τους καλλιτέχνες να βελτιώσουν κάτι που τους διέφυγε αλλά το κριτικό μάτι εντοπίζει. Σε τέτοιες περιπτώσεις φυσικά την λαμβάνω υπ’ όψιν μου. Όταν δηλαδή αγγίζει μια χορδή, κάτι που είχες σκεφτεί και ‘συ και δεν είχες διατυπώσει καθαρά. Όταν όμως διαβάζεις μια κριτική που δεν έχει καμμία σχέση με το έργο που έγραψες αλλά πολύ άμεση σχέση με τις προκαταλήψεις και την εμπάθεια της/του κριτικού ε, τότε την (δια)γράφεις.

Το θέατρο σάς διάλεξε ή το διαλέξατε;
Καλή ερώτηση. Είχα μια παιδική εμπειρία με το θέατρο που με σημάδεψε. Με πήγε ένας θείος μου σε ένα θέατρο στη Θεσσαλονίκη όταν ήμουν 9 χρονών και αυτό που μου έμεινε, είναι κάποιος να σχίζει μια σημαία και να καταρρέει. Για κάποιο λόγο αυτή την εικόνα δεν την ξέχασα ποτέ. Και αναρωτιέμαι: εγώ ζήτησα από το θείο μου, αδελφό του πατέρα μου, να με πάει στο θέατρο; Ο θείος αυτός ήταν «μεροκαματιάρης» όπως έλεγε η μάνα μου, δούλευε ατέλειωτες ώρες ο άνθρωπος και γύριζε σπίτι πτώμα, οπότε δεν νομίζω να πήγαινε πολύ θέατρο. Πως βρέθηκε να με πάει εμένα ποτέ δεν θα μάθω. Πιστεύω ότι εγώ επέμενα και υπέκυψε. Αν όντως του το ζήτησα εγώ ε, τότε εγώ το διάλεξα το θέατρο!

Πώς και γιατί ασχοληθήκατε με το θέατρο;
Από μικρή με μάγευαν οι τελετές, οι ιεροτελεστίες. Ειδικά όταν ζούσαμε σε χωριό δεν έχανα γάμο, βαφτίσια και κηδεία. Ασκούσαν μια ιδιαίτερη γοητεία πάνω μου. Ήταν ζωντανές παραστάσεις με όλα τα στοιχεία του θεάτρου. Τις λάτρευα. Αργότερα, σαν έφηβη, όταν μέναμε στη Καστοριά, δεν έχανα καμμία περιοδεύουσα παράσταση που ερχόταν στην πόλη μας και ας ήταν χάλια. Σίγουρα το θέατρο ασκούσε μια μαγεία πάνω μου από μικρή.

Ποια ήταν η πρώτη σας «συναναστροφή» με την τέχνη του θεάτρου; Τι θυμάστε από αυτήν;
Ήταν η διασκευή ενός διηγήματος μου σε μονόπρακτο που αποτελούσε μέρος μιας σύνθεσης άλλων μονοπράκτων και αποσπασμάτων από μέλη ενός εργαστηρίου θεατρικής γραφής στο Drill Hall Arts Center, στο Λονδίνο. Η κάθε συγγραφέας είχε τη δική της σκηνοθέτιδα και εγώ ήμουν τυχερή γιατί η δική μου είχε και δικό της θέατρο. Μου έκανε ένα τουρ, λοιπόν, και δεν θα ξεχάσω ποτέ την εμπειρία. Ήταν σαν μυσταγωγία. Δεν είχα ξαναβρεθεί σε άδειο θέατρο και ένιωσα ότι έμπαινα σε ένα μαγικό κόσμο. Το μονόπρακτο αυτό μετατράπηκε στο πρώτο μου θεατρικό έργο Ithaka που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Riverside studios.

Ποιος ήρωας της δραματουργίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Μου αρέσει πολύ η ιδέα της Αντιγόνης. Η δύναμη της αντίστασης της στην εξουσία, η απόλυτη αφοσίωση της στα πιστεύω της, η τόλμη της ενάντια σε τόση εχθρότητα. Εμπνευστική!

Με ποια άλλην ιδιότητα -ξέχωρα από τη δική σας- θα θέλατε να είχατε εμπλακεί στο θέατρο;
Δεν είναι τόσο το τι θα ήθελα –η συγγραφή είναι η κλίση μου– όσο το τι έχει ήδη συμβεί. Όταν ήμουν μικρή, στο σχολείο δηλαδή και αργότερα στο Γυμνάσιο και Λύκειο, έπαιζα πάντα στις σχολικές παραστάσεις σαν ηθοποιός και μάλιστα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Μου άρεσε πολύ αυτή η συμμετοχή. Τώρα, όμως, δεν θα μπορούσα με τίποτε να ανέβω στη σκηνή. Μου φαίνεται αδύνατο. Επίσης, η σκηνοθεσία με τράβηξε προσωρινά, π.χ. σκηνοθέτησα ένα από τα μονόπρακτα του Splinters πριν ακόμη γίνει μέρος της σύνθεσης αυτής, το Χωρίς σώμα, χωρίς χρόνο και τόπο. Ήταν μια ενδιαφέρουσα εμπειρία αλλά αρκετά συλλογική. Δηλαδή, σχεδόν το σκηνοθετήσαμε μαζί με τις δύο ηθοποιούς, την Ερμίνα Γεράρδη και την Ξένια Αλεξίου, καθώς και τη συνθέτρια Μαρία Βουμβάκη. Και πάλι η σκηνοθεσία είναι κάτι που βρίσκω ότι είναι έξω από τη φύση μου. Πιστεύω ότι είναι τελείως διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες ανθρώπων που έλκονται από τη συγγραφή, τη σκηνοθεσία και την ηθοποιία.

Ποια ήταν η πρώτη επαγγελματική παράσταση της ζωής σας; Τι σας έχει εντυπωθεί στη μνήμη;
Είχα γράψει τρία μονόπρακτα με τίτλο Critical Moments και κοινή θεματική την απώλεια, τον έρωτα και την επιθυμία (αιώνια μοτίβα Νίνας, δεν λένε να φύγουν) και ανέβηκαν το 1990 σε σκηνοθεσία της Sarah Frankcom στο Soho Poly Theatre, που αργότερα έγινε το Soho Theatre. Θυμάμαι ότι είχα βιώσει την όλη εμπειρία σαν κάτι αληθινό. Ένιωθα αυτά που ένιωθαν τα πρόσωπα και ζούσα αυτά που ζούσαν!

Πώς βιώνετε τη θεατρική διαδικασία;
Πρέπει να διαχωρίσω τη γραφή από τη διαδικασία παράστασης. Στη γραφή είσαι εσύ και ο εαυτός σου και όλες οι φωνές που είναι μέσα σου. Είσαι σαν μαέστρο, διευθύνεις μια ορχήστρα από ιδέες, εικόνες, πρόσωπα, διαλόγους, ήχους, σκηνές. Νιώθεις μια υπέρβαση, τη χαρά ότι μπορείς να δημιουργείς κόσμους, να προσδιορίζεις καταστάσεις, να κατευθύνεις ζωές. Παίζεις. Πιστεύω στο παιχνίδι της γραφής, το ηδονικό παιχνίδι της γραφής. Αν δεν υπήρχε αυτό το στοιχείο δεν θα με ενδιέφερε ιδιαίτερα η γραφή, θα ήταν μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Αν δεν παίζει το στοιχείο της έμπνευσης, της έκπληξης, του απρόσμενου δεν με αφορά. Οπότε αυτή η φάση είναι απόλαυση. Μπορεί, όμως, να γίνει και οδυνηρή όταν δεν βγαίνει τίποτε ή βγαίνουν δικά σου προσωπικά, βαθιά θαμμένα πράγματα, που δεν έχουν καμμία ή ελάχιστη σχέση με το έργο. Τότε αρχίζεις να πολεμάς αυτούς τους δαίμονες αντί να δομείς έργο. Και τότε ή εξαντλείσαι/διαλύεσαι ή αντιστέκεσαι στους δαίμονες και επανέρχεσαι… Η διαδικασία μεταποίησης του κειμένου σε παράσταση είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Τώρα είσαι μόνο η αρχή. Μόνο ένα κομμάτι του συνόλου. Κάθεσαι στο πίσω κάθισμα και παρατηρείς ένα άλλο μαέστρο, το σκηνοθέτη, να διευθύνει ανθρώπους με σάρκα και οστά, όχι νοερές κατασκευές σαν τις δικές σου. Αυτό σε διασκεδάζει. Ιδιαίτερα όταν έχει άμεση σχέση με αυτό που έγραψες και δεν εκμεταλλεύονται το κείμενο σου για επίδειξη γνώσης/ταλέντου/ισχύος. Σε γενικές γραμμές τα πάω καλά με τους σκηνοθέτες. Καταλαβαινόμαστε. Ειδικά όταν σε σέβονται σαν συγγραφέα, σαν θέμα αρχής/πεποίθησης/παιδείας. Όταν έχουν ιδέες και ψάχνονται. Όταν πιστεύουν στο διάλογο, ξέρουν να συζητήσουν και δεν καθηλώνονται σε στεγανά. Όπως τώρα με τον Αλέξανδρο Μιχαήλ που έχει όλα αυτά τα χαρίσματα και τον εκτιμώ πολύ. Η έξαρση που νιώθω όταν βλέπω επί σκηνής να υλοποιείται αυτό που είχα στο μυαλό μου δεν περιγράφεται. Ίσως κάπως έτσι να νιώθουν οι γυναίκες που τεκνοποιούν. Όταν βλέπω τα διάφορα κομμάτια του παζλ να δημιουργούν ένα ενιαίο σχήμα, όταν βλέπω τους ηθοποιούς να παίζουν, όταν μπαίνει η μουσική, ο φωτισμός και όλα μαζί δένουν, τότε νιώθω μια μαγεία.

Έχει τύχει να παρακολουθήσετε κάποια παράσταση πάνω από μία φορά; Κι αν, ναι, ποια και για ποιους λόγους;
Οι μόνες παραστάσεις που βλέπω ξανά και ξανά είναι οι δικές μου, όπως και αν ακούγεται αυτό. Ο λόγος είναι επαγγελματικός και εμφανής: να υποστηρίξω τα παιδιά που είναι επί σκηνής και να δω αν μπορώ να ανακαλύψω κάτι καινούριο, καθώς και τι μπορώ να μάθω από τις αντιδράσεις του κοινού.

Πόσο συχνά εγκαταλείπετε μια παράσταση στο διάλειμμα (ή και νωρίτερα);
Σπανιότατα. Δηλαδή δυο-τρεις φορές όλο και όλο και σε έργα μακράς διαρκείας. Μερικές φορές η πρώτη πράξη είναι βαρετή, οπότε δίνω ευκαιρία στη δεύτερη πράξη που, συνήθως, είναι καλύτερη.

Ποια στοιχεία συμβάλουν στην καλλιτεχνική επιτυχία μιας παράστασης;
Η μεταποίηση του «εγώ» σε «εμείς». Όταν δεν ξεχωρίζει ένας μόνο ηθοποιός ή μόνο το κείμενο ή μόνο η σκηνοθεσία ή μόνο η μουσική, τα σκηνικά κ.λ.π. -όταν όλα μαζί δένουν σε ένα ενιαίο σύνολο, τότε!

Πιστεύετε στη διάκριση ποιοτικού και εμπορικού θεάτρου;
Σίγουρα υπάρχει διαφορά αλλά έγκειται κυρίως στην πρόθεση. Δηλαδή, αν ο στόχος σου είναι ο χαμηλότερος κοινός παρανομαστής και το φράγκο, ε, σίγουρα το αποτέλεσμα θα είναι εμπορικό θέατρο και ας είναι τυπικά «ποιοτικό». Υπάρχουν βέβαια και πολλές περιπτώσεις που ένα «ποιοτικό» ή «εναλλακτικό» έργο με πρόθεση κάθε άλλο παρά το χρήμα να έχει τεράστια εμπορική επιτυχία όπως π.χ. το Shopping and Fucking του Ρέηβενχιλ. Εκεί αναρωτιέσαι ποιοι παράγοντες το κατέστησαν εμπορικό. Προσωπικά δεν έχω κάτι εναντίον του «εμπορικού» από μόνο του. Μερικά εμπορικά έργα είναι απόλαυση για ορισμένες διαθέσεις. Αν π.χ. κάποιος πάρει ένα κλασσικό έργο, κάνει εξαιρετική δουλειά σε αυτό και το απευθύνει στο ευρύ κοινό, με γεια του και χαρά του. Απλά, δεν θέλω να προσβάλλεται η νοημοσύνη μου, οπότε αν μυρίσω κάτι τέτοιο, δεν θα πλησιάσω.

Αλήθεια, για ποιους λόγους πιστεύετε πως ο άνθρωπος παρακολουθεί θέατρο στις μέρες μας;
Διότι το θέατρο, όσο και να εξελιχθεί η τεχνολογία, όση αποξένωση και να επέλθει με τον μετα-καπιταλισμό, μετα-σοσιαλισμό, μετα-μοντερνισμό και όλα τα «μετά», εκπληρώνει μια βασική ανθρώπινη ανάγκη να συνυπάρξεις, να βιώσεις κάτι ζωντανό, να ακούσεις μια ιστορία. Αυτή η αρχέγονη επιθυμία δεν θα εκλείψει ποτέ πιστεύω. Επίσης, στην Ελλάδα το θέατρο δεν είναι κάτι ελιτίστικο όπως π.χ. είναι στην Αγγλία και υπάρχει έντονα εδώ η ιδέα/πρακτική της «παρέας», που είναι ένας σημαντικός συνδετικός κοινωνικός κρίκος. Επίσης, ο κόσμος εδώ -όπως διαπιστώνω- έχει πολύ έντονη την επιθυμία να επικοινωνήσει, να συζητήσει, να εκφράσει τη γνώμη του. Οπότε το να πας στο θέατρο με την παρέα σου ασκεί μια έλξη. Γιατί δεν θα τρέξει ο καθένας να πάει στο καβούκι του μόλις τελειώσει η παράσταση. Θα πάει μετά για ένα ποτό, ένα μεζέ, θα ανταλλάξει δυο κουβέντες. Το θέατρο, λοιπόν, είναι ένας διαχρονικός κοινωνικός πυρήνας και όχι μόνο πολιτιστικός.

Με ποιον τύπο συνεργάτη δεν έχετε καλή χημεία σε αυτή τη δουλειά;
Με άτομα που έχουν εξουσιομανία και θέλουν να ελέγχουν τα πάντα. Με άτομα που δεν έχουν ιδέα τι θα πει διάλογος. Με άτομα που νομίζουν ότι οι καλύτεροι συγγραφείς είναι οι νεκροί συγγραφείς. Με άτομα που θέλουν να είναι συνέχεια στο κέντρο της προσοχής και κάνουν ηλιθιότητες για να τραβήξουν την προσοχή πάνω τους. Με επιδειξιομανείς. Με άτομα που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα.

Ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια για την τρέχουσα θεατρική περίοδο;
Αυτή τη στιγμή όλη μου η ενέργεια πάει στο Splinters, τα 7 μονόπρακτα που ανέφερα, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Μιχαήλ, που παίζεται στο A Small Argo full of Art, στο Θέατρο Αργώ, Δευτερότριτα ως το τέλος του Γενάρη. Και μετά όλο το Φεβρουάριο στο Θέατρο Τ, στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, γράφω ένα νέο θεατρικό έργο (Α)Βεβαιότητες που θα παρουσιαστεί σαν αναλόγιο στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά την άνοιξη, στο φεστιβάλ σύγχρονου ελληνικού έργου που οργανώνει το Δ.Θ.Π. Και μόλις τελείωσα το λιμπρέτο Raven Revisited σε σύνθεση του Κωστή Κριτσωτάκη. Το είχαμε παρουσιάσει στη Στέγη το 2014 στη μικρή του εκδοχή, μισής ώρας, και τώρα ο Κωστής το ήθελε σε διπλή διάρκεια. Αυτό ανεβαίνει στο Θέατρο οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής» τον Ιούνιο, σε μια σεζόν από όπερες.

Advertisements

About Δημήτρης Φοινίτσης

Ο Δημήτρης Φοινίτσης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης από μικρασιατική οικογένεια. Σπούδασε στο μεταπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (διπλωματική εργασία στο Θεατρικό Έργο), στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (κατεύθυνση Θεατρολογίας με διπλωματική εργασία στη Σκηνοθεσία), στο Scuola di Lettere e Filosofia - Universita degli Studi di Genova, στη Δραματική Σχολή Αθηνών, στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης «Θεμέλιο» και στη Σχολή Δημοσιογραφίας «ΑΝΤ1». Έχει γράψει θεατρικά έργα, διηγήματα και παραμύθια. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο των Αθηνών και της περιφέρειας ως κριτικός θεάτρου, πολιτιστικός συντάκτης, εκφωνητής ειδήσεων, ραδιοφωνικός παραγωγός κ.α. Μετά από συνεργασίες στις κρατικές σκηνές και το ελεύθερο θέατρο ως ηθοποιός αποφάσισε να στραφεί –καλλιτεχνικά- στη σκηνοθεσία. Δημιουργός και σκηνοθέτης της «Ομάδας Παραστατικών Τεχνών προΤΑΣΗ», έχει ανεβάσει κλασσικά και σύγχρονα έργα σε, κυρίως, μη θεατρικούς χώρους. / d.finitsis@gmail.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: