Η Χριστίνα Θανάσουλα απαντά στο ερωτηματολόγιο του theatergoer

Ποια παράσταση παρακολουθήσατε τελευταία; Με ποια κριτήρια την επιλέξατε;
Την παιδική παράσταση «Τικ Τακ Ντο» σε σκηνοθεσία Παναγιώτη Αδάμ. Ο ελεύθερος χρόνος μου είναι αρκετά περιορισμένος και δυστυχώς δεν προλαβαίνω να βλέπω όσο θέατρο θα ήθελα. Προτεραιότητα αποτελεί πλέον το να βλέπω θέατρο με το παιδί μου, θέλω να μάθει και να αγαπήσει τον μαγικό κόσμο του θεάτρου. Και η παράσταση αυτή ήταν ιδανική ως προς την μύηση λιλιπούτειων θεατών στο θέατρο και κυρίως το μουσικό θέατρο. Απέπνεε μεράκι, αγάπη, σκληρή δουλειά. Ήταν συγκινητικό να βλέπω το παιδί μου να ενθουσιάζεται και να μου φωνάζει συνέχεια «Μαμά, κοίτα!» Αυτό το καλό έχουν οι παιδικές παραστάσεις, σου υπενθυμίζουν τι επίδραση θα έπρεπε να έχει το θέατρο πάνω μας. Αυτή την «δράση-αντίδραση» αναζητώ επίμονα στο θέατρο, το να σε κάνει η παράσταση να νιώσεις την ανάγκη να πεις «Κοίτα!» όλο ενθουσιασμό στον διπλανό σου, να εκπλαγείς και να συγκινηθείς τόσο απόλυτα και ειλικρινά που να μην μπορείς να το ελέγξεις, να μην μπορείς να το κρατήσεις μέσα σου.

Πόσο συχνά παρακολουθείτε θέατρο;
Συνήθως, μια φορά το μήνα θα καταφέρω να δω κάποια παράσταση.

Πώς σχολιάζετε την υπερπληθώρα θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα;
Νομίζω μπερδεύουν και αποπροσανατολίζουν το κοινό. Ο θεατής δεν ξέρει τι να πρωτοδεί, πού να πάει, δεν καταλαβαίνει τι τον αφορά. Υπάρχει υπερπροσφορά δίχως συγκεκριμένη ταυτότητα όμως. Το πρόβλημα έχει χειροτερέψει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όλοι ανεβάζουν φωτογραφίες αποδεικνύοντας περίτρανα πόσο «sold out» είναι, βλέπουμε φωτογραφίες από πρόβες, making off, backstage, έχουν «εφευρεθεί» 500 διαφορετικοί όροι για να δικαιολογήσουν μια επιπλέον προωθητική φωτογράφιση. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις πλέον τις φροντισμένες θεατρικές δουλειές από τις μη. Μια καλή γραμματοσειρά, ένα έξυπνο τσιτάτο και μια καλή φωτογραφία «πουλάνε» και το χειρότερο προϊόν. Μερικές φορές, με τόσο ντόρο που γίνεται, σου δημιουργείται η αίσθηση ότι έχεις δει μια παράσταση, «χορταίνεις» την παράσταση από τις φωτογραφίες δίχως να έχεις περάσει καν έξω από το θέατρο. Ανυπομονώ κάποιος υπεύθυνος επικοινωνίας να επικοινωνήσει μια παράσταση με απόλυτη μυστικότητα, δίχως να κυκλοφορήσει ούτε μια φωτογραφία ούτε μια συνέντευξη, να μας δημιουργήσει την ανάγκη και την περιέργεια να πάμε να δούμε όντως την παράσταση και να μας επιτρέψει να εκπλαγούμε και να ονειρευτούμε.

Παρακολουθείτε θέατρο στο εξωτερικό, σε ξένες γλώσσες;
Δυστυχώς, έχει καιρό να μου συμβεί αυτό. Οι τελευταίες ξένες παραστάσεις που είδα ήταν στην Στέγη: η «Ex machina» του Robert Lepage και πριν δυο χρόνια το «Encounter» του Simon McBurny. Το «Encounter» το σκέφτομαι ακόμα. Ήταν μια απόλυτη εμπειρία, δεν ήταν απλά παράσταση∙ ήταν ταξίδι.

Τι, κατά τη γνώμη σας, χαρακτηρίζει τους εγχώριους καλλιτέχνες του θεάτρου στη δουλειά τους;
Ενθουσιασμός και δοτικότητα στη δουλειά τους, μερικές φορές όμως σε υπερβολικό, υπερθετικό βαθμό. Αυτο-βασανίζομαστε στωικά. Δεν πιστεύω ότι χρειάζεται να βασανιζόμαστε για να κάνουμε θέατρο, είναι πολύ old school αυτή η λογική. Το θέατρο είναι μια δουλειά όπως όλες οι άλλες. Πρέπει να μάθουμε να το αντιμετωπίζουμε ως δουλειά, αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές θεάτρου: γιατί και πώς το θέατρο είναι δουλειά. Ένα τέτοιο μάθημα να έμπαινε στις σχολές, θα αναβαθμιζόταν 1000% όλη η τέχνη του θεάτρου.

Με μια λέξη πώς θα χαρακτηρίζατε τη σύγχρονη θεατρική σκηνή της χώρας μας;
Χαοτική.

Ποια η άποψή σας για την κριτική θεάτρου; Τη λαμβάνετε υπ’ όψιν σας όταν σας αφορά ή όχι;
Το φως είναι άυλο και είναι έτσι και αλλιώς πολύ δύσκολο να μιλήσεις για αυτό. Επίσης, το επάγγελμα του σχεδιαστή φωτισμών είναι από τα πιο «νέα» στο θέατρο, γεννήθηκε μετά την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού, μετράει μόλις 100 χρόνια ζωής, είναι δηλαδή «βρέφος» μπροστά στη συγγραφή, την υποκριτική, τη σκηνογραφία, την ενδυματολογία που μετράνε χιλιάδες χρόνια ζωής από π.Χ. Επειδή ακριβώς είναι μια άλλη νέα «γλώσσα», οι κριτικοί πρέπει να μάθουν πρώτα να τη διαβάζουν και να την αποκρυπτογραφούν και μετά να την κρίνουν. Αυτό, όμως, θέλει χρόνο και προσωπική ενασχόληση από την μεριά των κριτικών. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, η κριτική θεάτρου σπάνια αναγνωρίζει ή αναφέρεται -έστω και μονολεκτικά- στο εκφραστικό μέσο των φωτισμών. Ο σχεδιασμός φωτισμών είναι δραματουργικός κώδικας, υπακούει σε δραματουργικούς κανόνες. Πατάει με το ένα πόδι στα εικαστικά, στη σύνθεση εικόνας και με το άλλο πόδι στη δραματουργία. Τις περισσότερες φορές οι δημοσιογράφοι και οι κριτικοί «ξεχνούν» ότι βρισκόμαστε εκεί, ενίοτε το όνομα του σχεδιαστή φωτισμών δεν αναφέρεται καν στα δελτία Τύπου, επομένως εφόσον δεν αναγνωρίζεται καν η φυσική παρουσία του σχεδιαστή φωτισμών, πώς να υπάρξει δημιουργικός διάλογος μεταξύ καλλιτέχνη και κριτικού;

Το θέατρο σάς διάλεξε ή το διαλέξατε;
Διάλεξα το θέατρο, με διάλεξε ο σχεδιασμός φωτισμών.

Πώς και γιατί ασχοληθήκατε με το θέατρο;
Αυτό ήθελα να κάνω από 15 χρονών. Ήταν η πρώτη μου επιλογή στις πανελλήνιες. Δεν έβαλα καμιά κλασσική σχολή της Τρίτης Δέσμης όπως Φιλολογία, Νομική κτλ. Οι τρεις πρώτες μου επιλογές ήταν τα τμήματα Θεατρικών Σπουδών Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πατρών. Πέρασα στο τμήμα της Αθήνας. Είχα την τύχη να έχω δασκάλους- εμπνευστές όπως η Χαρά Μπακονικόλα. Στην πορεία ασχολήθηκα ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία, βρήκα στο Σύλλογο Αποφοίτων Θεατρικών Σπουδών μια ανακοίνωση για ένα σεμινάριο φωτισμών (με εισηγήτρια την συνάδελφο -και πλέον φίλη- Μελίνα Μάσχα) και αυτό ήταν. Κόλλησα. Η Μελίνα μου είπε για το μεταπτυχιακό του Central School of Speech and Drama, πήγα μια εβδομάδα στο Λονδίνο για την οντισιόν και με το που μπήκα στο Central κατάλαβα ότι αν με δεχτούν θα είμαι πολύ τυχερή. Και με δέχτηκαν. Με υποτροφία του Συλλόγου οι Φίλοι της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Όλα βρήκαν το δρόμο τους από εκεί και πέρα. Με το που επέστρεψα στην Ελλάδα δούλεψα ως βοηθός της Ελευθερίας Ντεκώ για πέντε χρόνια και δίπλα της ήταν το δεύτερο σχολείο που «φοίτησα».

Ποια ήταν η πρώτη σας «συναναστροφή» με την τέχνη του θεάτρου; Τι θυμάστε από αυτήν;
Ήταν κάποια παιδική παράσταση με ένα σκιάχτρο για πρωταγωνιστή. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την παρουσία από στάχυα πάνω στη σκηνή και ένα έντονο γαλάζιο χρώμα, μάλλον ήταν κάποιο φόντο ουρανός. Θυμάμαι ότι τραγουδούσαν ωραία τραγούδια και είχα περάσει πολύ καλά. Πρέπει να ήμουν 6-7 χρονών.

Ποιος ήρωας της δραματουργίας θα θέλατε να είστε και γιατί;
Η Διηάνειρα. Θεωρώ ότι είναι από τις πιο τραγικές φιγούρες. Πρόκειται για την απόλυτη ιστορία αγάπης, πολύ πριν τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα», ο Σοφοκλής έγραψε τις «Τραχίνιες», αυτό το αριστούργημα του θανατηφόρου έρωτα, του έρωτα που σκοτώνει -έστω και άθελα του- και σκοτώνεται.

Με ποια άλλην ιδιότητα –ξέχωρα από τη δική σας- θα θέλατε να είχατε εμπλακεί στο θέατρο;
Θα ήθελα να γράφω μουσική για το θέατρο. Η μουσική, όπως και τα φώτα, δημιουργούν ατμόσφαιρα και επικοινωνούν με το υποσυνείδητο του θεατή. Με ενδιαφέρει πολύ αυτή η υποσυνείδητη πληροφορία που περνάει η μουσική, με εκπλήσσει κάθε φορά το γεγονός με το που μπαίνει η μουσική στην πρόβα, αμέσως σχηματίζεται ο «κόσμος» του έργου μέσα στο μυαλό μου, η μουσική γεννάει συναισθήματα τόσο άμεσα και γρήγορα. Καταλαβαίνεις πόση δύναμη έχει η μουσική όταν ακούσεις κακή μουσική για παράσταση, μουσική που στραπατσάρει το συναίσθημα σου και σου δημιουργεί φοβερή αμηχανία σε σχέση με αυτό που συμβαίνει επί σκηνής. Η μουσική όπως και τα φώτα, περνάνε σχεδόν απαρατήρητα, υπερπηδούν τη λογική σκέψη και χτυπάνε ύπουλα, απευθείας κάτω από το δέρμα και πίσω από τις οποιεσδήποτε εγκεφαλικές-γνωστικές άμυνες διαθέτει ο θεατής.

Πώς βιώνετε τη θεατρική διαδικασία;
Σαν ένα νέο ταξίδι σε νέα μέρη, κάθε φορά.

Πόσο συχνά εγκαταλείπετε μια παράσταση στο διάλειμμα (ή και νωρίτερα);
Ποτέ, το αποφεύγω και ας υποφέρω, έχω πάντα την περιέργεια, λίγο ψυχαναγκαστικά μάλλον, να δω που θα καταλήξει η κάθε παράσταση. Λόγω επαγγελματικής ενασχόλησης με το θέατρο, νιώθω πάντα λίγο συνυπεύθυνη όταν δεν καταλαβαίνω τι γίνεται, πάντα έχω το άγχος μήπως φταίω εγώ, μήπως δεν είμαι καλός δέκτης, μήπως είμαι κουρασμένη, προκατειλημμένη.

Ποια στοιχεία συμβάλουν στην καλλιτεχνική επιτυχία μιας παράστασης;
Ειλικρινά δεν ξέρω. Βλέπεις παραστάσεις που έχουν στηθεί με αγάπη, σκληρή δουλειά και μεράκι, με εξαιρετικούς συντελεστές να πηγαίνουν άπατες και από την άλλη βλέπεις παραστάσεις πρόχειρες, κακοδουλεμένες, με ηθοποιούς που βαριούνται επί σκηνής να γεμίζουν την πλατεία. Σίγουρα η διαφήμιση και το μάρκετινγκ παίζουν μεγάλο ρόλο, δεν μπορούμε όμως να τους χρεώνουμε και όλη την επιτυχία ή αποτυχία μιας παράστασης. Δεν ξέρω και πως να προσδιορίσω την καλλιτεχνική επιτυχία. Τι είναι καλλιτεχνική επιτυχία; Το να έρθουν 10 άνθρωποι που σέβεσαι και εκτιμάς καλλιτεχνικά και να σου πουν καλά λόγια είναι καλλιτεχνική επιτυχία; Πρέπει η παράσταση να αφήσει το στίγμα της στο θεατρικό χάρτη και να καταγραφεί στη συλλογική μνήμη προκειμένου να τη χαρακτηρίσουμε ως καλλιτεχνική επιτυχία; Νομίζω πως η καλλιτεχνική επιτυχία δεν μπορεί να μετρηθεί επιτυχώς στις παραστάσεις της φετινής και της περσινής σεζόν. Ας πούμε, θυμάμαι τον «Γυάλινο Κόσμο» του Μαυρίκιου πριν 20 χρόνια∙ ήταν καλλιτεχνική επιτυχία. Αυτό, όμως, που στο δικό μου κεφάλι έχει καταγραφεί ως καλλιτεχνική επιτυχία, τότε δέχτηκε επίθεση από τους κριτικούς ως ασέβεια προς το αρχικό κείμενο, υπήρχαν δηλαδή τότε σοβαρές αντιρρήσεις για τον «Γυάλινο Κόσμο». Το προσδόκιμο ζωής επηρεάζει το αν κάτι είναι καλλιτεχνική επιτυχία ή όχι; Μπορεί μια παράσταση που έπαιξε μόλις 10 φορές να θεωρηθεί επιτυχία ή πρέπει να μπει στην ταμπέλα το για «2η χρονιά» για να θεωρηθεί καλλιτεχνική επιτυχία;

Πιστεύετε στη διάκριση ποιοτικού και εμπορικού θεάτρου;
Πιστεύω στη διάκριση του θεάτρου που σέβεται και του θεάτρου που δεν σέβεται το θεατή. Τι είναι το εμπορικό θέατρο; Γιατί η εισπρακτική επιτυχία να θεωρείται δαίμονας και εχθρός της τέχνης; Κάπως πρέπει να ζήσουν και όλοι οι «εργάτες» του θεάτρου. Το θέατρο αν έχει αλήθεια μέσα του είναι καλό. Η δηθενιά είναι που κάνει το θέατρο αφόρητο.

Αλήθεια, για ποιους λόγους πιστεύετε πως ο άνθρωπος παρακολουθεί θέατρο στις μέρες μας;
Δεν ξέρω για ποιο λόγο παρακολουθούν οι άλλοι άνθρωποι θέατρο, μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Νιώθω ζεστασιά την ώρα που χαμηλώνουν τα φώτα της πλατείας. Ο χρόνος διαστέλλεται μέσα στο σκοτάδι της πλατείας -που δεν μπορείς να κοιτάξεις το κινητό σου και δεν ξέρεις αν πέρασαν 15 λεπτά ή μια ώρα-, γίνεσαι συμμέτοχος μιας άλλης πραγματικότητας, μπαίνεις σε έναν άλλο κόσμο για δυο ώρες, συγκεντρώνεις την προσοχή σου σε κάτι. Αν η παράσταση είναι καλή και καταφέρει να σε μαγέψει, θα βγεις άλλος άνθρωπος από εκεί.

Ποια ήταν η τελευταία παράσταση που σας θύμωσε και για ποιον λόγο;
Δεν θυμώνω στις παραστάσεις, μόνο απορώ.

Με ποιον τύπο συνεργάτη δεν έχετε καλή χημεία σε αυτή τη δουλειά;
Με τον ψεύτη, τον εγωκεντρικό, τον εμπαθή, τον «είμαι ροκ-σταρ και δεν σηκώνω μύγα στο σπαθί μου», τον «νομίζω ότι θα μείνω στην καλλιτεχνική ιστορία του τόπου ενώ εσύ όχι και για αυτό σου μιλάω με το ανάλογο ύφος από το θρόνο μου, κοινέ θνητέ», τον «δεν έρχομαι ποτέ στην ώρα μου και σας αφήνω να με περιμένετε δίχως να ειδοποιώ κιόλας για το πότε αναμένεται η άφιξη μου». Γενικά, δεν έχω καλή χημεία με αυτούς που δεν σέβονται τίποτα και κανέναν, με εξοργίζει όταν ο οποιοσδήποτε αγνοεί, υποτιμά, απαξιώνει τη δουλειά των συνεργατών του. Δεν αντέχω τους ανθρώπους με μνήμη χρυσόψαρου, αυτούς που δεν ξέρουν να πουν ευχαριστώ, αυτούς που καπηλεύονται τη δουλειά του συνεργάτη τους. Δυστυχώς, το θέατρο είναι γεμάτο από αυτούς. Οι καλοί συνεργάτες είναι είδος υπό εξαφάνιση, μοιάζουν με όαση στην έρημο Σαχάρα. Αλλά, ίσως, γι’ αυτό το λόγο χαιρόμαστε και τόσο όταν τους συναντάμε.

Ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια για την τρέχουσα θεατρική περίοδο;
Τον Φεβρουάριο θα φωτίσω την πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Μιλτιάδη Φιορέντζη, την «Κλάρα Σούμαν: Τα χαρισματικά πρόσωπα μια υπερμαριονέτας» στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων – Λευτέρης Βογιατζής. Ο Μιλτιάδης είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ ιδιαιτέρως, τον έχω «φωτίσει» πολλές φορές επί σκηνής και είναι μεγάλη χαρά που θα είμαστε μαζί και στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα. Τον Μάρτιο θα παρουσιάσουμε ένα πολύ ιδιαίτερο και πειραματικό project στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα υβριδικό θεατρικό έργο – installation «Το Σπίτι». Είναι ένα πρωτότυπο νεοελληνικό έργο, σε μορφή θεατρικής – ηχητικής και εικαστικής εγκατάστασης. Ο θεατής εισέρχεται σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο, φοράει ασύρματα ακουστικά (ο ήχος είναι σχεδιασμένος γι’ αυτό το μέσο) και στη συνέχεια γίνεται μέρος ενός οπτικοακουστικού θεατρικού δρώμενου που εκτυλίσσεται με αυτόν στο επίκεντρο. Συνένοχοι σε αυτό είναι η Βιργινία Διακάκη, ο Αλέξης Ρέτσης και ο Δημήτρης Σιαμμάς. Είναι κάτι που δεν το έχω κάνει ξανά και ανυπομονώ. Το καλοκαίρι θα φωτίσω την «Ηλέκτρα» του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου. Είναι μεγάλη χαρά και τύχη να δουλεύεις με ανθρώπους που αγαπάς και εκτιμάς βαθύτατα και ο Θάνος είναι ένας από αυτούς. Συνεργαζόμαστε από την πρώτη παράσταση που σκηνοθέτησε και κάθε φορά διαπιστώνω με συγκίνηση και χαρά το πόσο πολύ αγαπάει ο Θάνος αυτό που κάνει, πόσο αφοσιωμένος και ταγμένος είναι στο έργο του. Είναι πολύ σημαντικό ο σκηνοθέτης να σε εμπνέει, να παρασέρνει όλους τους συνεργάτες με τον ενθουσιασμό του και την πίστη του γι’ αυτό που κάνει.

Advertisements

About Δημήτρης Φοινίτσης

Ο Δημήτρης Φοινίτσης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης από μικρασιατική οικογένεια. Σπούδασε στο μεταπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (διπλωματική εργασία στο Θεατρικό Έργο), στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών – Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (κατεύθυνση Θεατρολογίας με διπλωματική εργασία στη Σκηνοθεσία), στο Scuola di Lettere e Filosofia - Universita degli Studi di Genova, στη Δραματική Σχολή Αθηνών, στην Ανωτέρα Σχολή Δραματικής Τέχνης «Θεμέλιο» και στη Σχολή Δημοσιογραφίας «ΑΝΤ1». Έχει γράψει θεατρικά έργα, διηγήματα και παραμύθια. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον έντυπο και τον ηλεκτρονικό Τύπο των Αθηνών και της περιφέρειας ως κριτικός θεάτρου, πολιτιστικός συντάκτης, εκφωνητής ειδήσεων, ραδιοφωνικός παραγωγός κ.α. Μετά από συνεργασίες στις κρατικές σκηνές και το ελεύθερο θέατρο ως ηθοποιός αποφάσισε να στραφεί –καλλιτεχνικά- στη σκηνοθεσία. Δημιουργός και σκηνοθέτης της «Ομάδας Παραστατικών Τεχνών προΤΑΣΗ», έχει ανεβάσει κλασσικά και σύγχρονα έργα σε, κυρίως, μη θεατρικούς χώρους. / d.finitsis@gmail.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: